οὐρανός


οὐρανός
ὁ οὐρανός небо (ср. Уран; Урания; хим. уран)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "οὐρανός" в других словарях:

  • ουρανός — ο 1) небо; 2) небеса – духовный мир, где, по мнению богословов, находится Престол Божий и где Бог открывает свое величество и славу ангелам и своим угодникам: η Βασιλεία των ουρανών Царство небесное; 3) куполообразная сень над Престолом …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Οὐρανός — heaven masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρανός — heaven masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουρανός — Για τον γήινο παρατηρητή, είναι ο ημισφαιρικός θόλος που φαινομενικά ορίζει το διάστημα και στον οποίο προβάλλονται κατά τη νύχτα οι ορατοί αστέρες. Ο. αποκαλείται και ό,τιδήποτε έχει το σχήμα του ουράνιου θόλου, όπως οροφή ή στέγη σε σχήμα θόλου …   Dictionary of Greek

  • ουρανός — ο 1. το άπειρο διάστημα όπου κινούνται τα ουράνια σώματα. 2. ο ουράνιος θόλος σε κάθε τόπο της Γης: Με τ ουρανού το ρόδισμα ξεκινήσαμε. 3. ουράνια περιοχή, ως κατοικία θεών και ψυχών: Ο Θεός βρίσκεται στους Ουρανούς. 4. μτφ., το επιστέγασμα κάθε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ουρανός — [уранос] ουσ. а. небо, небосвод, балдахин …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ουρανός, Μιχαήλ — (11ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Ο θείος του αυτοκράτορας Μιχαήλ ΣΤ’ ο Στρατιωτικός, τον διόρισε στρατηγό διοικητή της Αντιόχειας αντί του στρατηγού Κατακαλών Κεκαυμένου. θέλοντας μάλιστα να του προσδώσει κύρος και αίγλη, τον ονόμασε Ο., επειδή… …   Dictionary of Greek

  • Ουρανός, Νικηφόρος — (10ος 11ος αι. μ.Χ.). Βυζαντινός στρατηγός. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασίλειου B’ (976 1025). Ως αρχηγός των βυζαντινών στρατευμάτων των ευρωπαϊκών επαρχιών, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Σαμουήλ, που… …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος Ουρανός — Βυζαντινός στρατηγός. Βλ. λ. Ουρανός. Επώνυμο Βυζαντινών στρατηγών …   Dictionary of Greek

  • Уран в мифологии — (Ούρανός небо) в греческой мифологии сын и супруг Геи (Земли), отец титанов, киклопов и сторуких исполинов (гекатонхейров). Так как он не позволял своим детям видеть свет и скрывал их в недрах земли, то Гея возмутила против него детей, и младший… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Уран (миф.) — (Ούρανός небо) в греческой мифологии сын и супруг Геи (Земли), отец титанов, киклопов и сторуких исполинов (гекатонхейров). Так как он не позволял своим детям видеть свет и скрывал их в недрах земли, то Гея возмутила против него детей, и младший… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона